Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές της Ικαρίας και της παράδοσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μορφές της Ικαρίας και της παράδοσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Τσαμπουνοφυλάκα Ικαρίας


Η τσαμπούνα ή τσαμπουνοφυλάκα που λένε οι ντόπιοι κατασκευάζεται από τον ίδιο τον οργανοπαίκτη και αποτελείται από τα τρία μέρη
1. Το ασκί
2. Το επιστόμιο
3. Τη συσκευή παραγωγής ήχου, την Τσαμπούνα
Ο πρώτος κατασκευαστής τσαμπούνας στην Ικαρία ήταν ο Κόχυλας Φώτης τον οποίο βλέπουμε στη φωτογραφία. Το ασκί ή τουλούμι φτιάχνεται από δέρμα κατσίκας. Αρχικά γδέρνουν το ζώο και εν συνεχεία το αλατίζουν στην εσωτερική του μεριά, αφήνοντας το τυλιγμένο για αρκετές μέρες ώστε να «σφίξει» το δέρμα. Κατόπιν κουρεύεται η τρίχα σε μήκος περίπου 1 - 1,5 εκ. και ξεβγάζεται καλά το δέρμα. Η Τσαμπούνα παίζεται με το ασκί κάτω από την αριστερή μασχάλη. Συγκεκριμένη τεχνική παιξίματος δεν υπάρχει. Ο κάθε οργανοπαίχτης διαλέγει τον τρόπο που τον βολεύει περισσότερο. Το ασκί με το πέρασμα του χρόνου, μπορεί να φυράνει και να ξεραθεί. Συνηθισμένος τρόπος συντήρησης, ώστε να παραμένει μαλακό το ασκί και να μη χάνει αέρα, είναι το πλύσιμο στη θάλασσα. Σήμερα γίνεται προσπάθεια να αναβιώσει το όργανο αλλά κυρίως να διασωθούν και να επανέλθουν παλαιοί καριώτικοι σκοποί που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Γιάννης Τσαρνάς

Γιάννης Τσαρνάς
Ο γυμνασιάρχης Γιάννης Τσαρνάς, γιος του καπετάν Δημήτρη Τσαρνά, ήταν ένας από τους πιο αγαπητούς δασκάλους που πέρασαν από το Γυμνάσιο Ικαρίας. Ο ίδιος αποφοίτησε από αυτό το Γυμνάσιο και δίδαξε για πολλά χρόνια σαν καθηγητής και αργότερα σαν γυμνασιάρχης. Ο Γιάννης Τσαρνάς ξεχώριζε από τους συναδέλφους του για την ανθρωπιά του. Αγαπούσε και βοηθούσε οικονομικά τα φτωχά παιδιά της βόρειας Ικαρίας, αναθέτοντάς τους δουλειές που δεν του ήταν απαραίτητες. Τα προστάτευε, περιπολούσαν τη νύχτα μαζί με άλλους καθηγητές κυρίως Ικαριώτες στα σπίτια των μαθητών για να δούνε αν διαβάζουν. 
Ο Γιάννης Τσαρνάς έλαμψε ο πατριωτισμός του στην
Γυμνάσιο Αγίου
Κηρύκου Ικαρίας 1954
περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Όλοι οι καθηγητές προστάτεψαν τους μαθητές τους, τόσο από τους ξένους κατακτητές όσο και από τους χωροφύλακες κατά την περίοδο του εμφυλίου. Συγκεκριμένα ο Γιάννης Τσαρνάς, γυμνασιάρχης εκείνη την περίοδο, έσωσε μαθητές του από τη σύλληψη, φυγαδεύοντας τους από τα παράθυρα της πίσω πλευράς του Γυμνασίου. 
Ο Γιάννης Τσαρνάς ήταν συνεργάτης του περιοδικού {Ικαριακά}, εκεί δημοσίευε σπουδαία άρθρα για τα ικαριώτικα καράβια, για την παιδεία στα χρόνια της τουρκοκρατίας και για θέματα παράδοσης. Έγραψε ένα βιβλίο { Ο λαός ως παιδαγωγός} και δόξασε την Ελλάδα γιατί ήταν στην γενιά της ηρωικής ΕΑΜ

(απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο Μορφές της Ικαρίας και της Παράδοσης του Φίλιππα Μαυρογιώργη)

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Ζάνης Μπάχας ο Ικαριώτης ξυλογλύπτης-ερημίτης

Αντιγραφή κειμένου από ΙΚΑΡΙΑΚΑ Τεύχος 31(87)

Ο Ζάνης Μπάχας γεννήθηκε στον Άγιο Κήρυκο της Ικαρίας το 1915 από πατέρα Χιώτη και μητέρα Ικαριώτισσα. Από μικρός ήταν πολυτεχνίτης - κατασκευαστής πρώτα στην Ικαρία και μετά στην Αθήνα. Επάγγελμα που δηλώνει {επιπλοποιός καλού επίπλου}. Μεράκι του η ξυλογλυπτική, η δημιουργία και η προσφορά στον άνθρωπο. Ζει και εργάζεται δημιουργώντας στην Αθήνα τον χειμώνα στην οδό Βεϊκου 47 (υπόγειο), σκαλίζοντας μορφές, σε φυσικό μέγεθος ανθρώπων, παρμένες από την μυθολογία (Άτλαντα, Ίκαρο), ή από την ζωή, ανθρώπους με τα επαγγέλματα που εξαφανίζονται (ο τσαγκάρης, οι σιδεράδες, ο λούστρος, ο ψαράς της συνοικίας, η γιαγιά που γνέθει, η γιαγιά που πλέκει).
Ζει τη ζωή του, αφού γλίτωσε από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών το 1944 στη Χίο, από προδοσία ενός παπά του χωριού Μερικούντα της Χίου, που αντί για τρόφιμα που του ζήτησαν, έστειλε τους Γερμανούς. Γλίτωσε αφού από τα γέλια του ανεβλήθη η εκτέλεση γιατί τον πέρασαν για τρελό. 
Ο Ζάνης Μπάχας δημιουργεί με την τέχνη του ανθρώπους του χθες που σήμερα δεν υπάρχουν ή που εξαφανίζονται ζώντας σ΄ένα κόσμο ιδανικό, της δημιουργίας, της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης του χθες, που σήμερα χάθηκε.
Βάρδος της Σμύλας (σκαρπέλο - Ματσόλας) ο δημιουργός - ξυλογλύπτης αποξεχάστηκε από την Πολιτεία στο υπόγειό του στη Βεϊκου 47, όχι όμως και από το ίδιο του το συναίσθημα για δημιουργία. Ο ίδιος απόκληρος, ο ερημίτης καλλιτέχνης, δημιούργησε την οικογένειά του, με τα ίδια του τα χέρια, χάρις στην τέχνη του, σκαλίζοντας σε φυσικό μέγεθος τα αγάλματά του, στο άψυχο ξύλο, λεύκας, σκλήθρο και άλλα διάφορα, δίνοντάς του μορφή και ψυχή. Και δεν τα δημιούργησε μόνο, αλλά τα ζει, τους μιλά, ζει μαζί τους και ζητά από την γενέτειρά του τον Δήμο Ικαρίας, σε δικό του οικόπεδο να δημιουργηθεί Μουσείο για να τα βάλει μέσα και ξενώνας για τους καλλιτέχνες που θα περνούν από την Ικαρία.
Καλλιτέχνης - Ερημίτης - Αλτρουιστής - Άνθρωπος - Φιλόσοφος; Τι απ΄όλα θα αναρωτηθεί, όποιος τον συναντήσει, είναι ο Ζάνης Μπάχας; Όλα μαζί, άνθρωπος για τον άνθρωπο που δημιουργεί για το σήμερα και το αύριο, ο ερημίτης κοσμοπολίτης, ο εγωκεντρικός αλτρουιστής, φιλόσοφος της Ζωής.
Τον χειμώνα στην Αθήνα το καλοκαίρι στο Βράχο της Αλυκής στο Γαλατά απέναντι από τον Πόρο που ο ίδιος δημιούργησε, ψαρεύει και προσφέρει τροφή και πρώτες βοήθειες από το φαρμακείο του σ΄όσους έχουν ανάγκη, ζώντας ερημικά μέσα στη φύση του Βράχου και της θάλασσας, παίρνοντας και δίνοντας ζωή στη ζωή και την δημιουργία. 
Έργα του Ζάνη Μπάχα έχουν εκτεθεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και έχει βραβευθεί {εκτός συναγωνισμού} από το Φ.Σ Παρνασσό για τα επτά του ξυλόγλυπτα στην ΣΤ΄Πανελλήνια Έκθεση Αυτοδίδακτων Καλλιτεχνών 1986. Στο εξωτερικό η δουλειά του καλλιτέχνη παρουσιάστηκε στη Γαλλία στο βιβλίο {La fille et les naifs}. Το γλυπτό του του έργο {ζητιανάκι} περιελήφθει στις συλλογές ενός Μουσείου Τέχνης Νάιφ στη Γαλλία {Musee d΄ art naif de l΄ lie de France} μαζί με έργα νάιφ καλλιτεχνών απ΄όλο τον κόσμο
















Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Γιώργος Κυρήκου Πολυτεχνείο 1973 Ικαρία 1993

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική διαδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, με κατάληψη του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών από φοιτητές και σπουδαστές που κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική επανάσταση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο άρματος μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου και την επαναφορά σε ισχύ του σχετικού στρατιωτικού νόμου που απαγόρευε συγκεντρώσεις και την κυκλοφορία σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην εξέγερση έσπευσαν να διεκδικήσουν τις δάφνες για την παρουσία τους, να ζητήσουν στον πολιτικό και κοινωνικό στίβο το «αντίτιμο» για τον ρόλο που είχαν στη σύγκρουση με τις δυνάμεις του δικτατορικού καθεστώτος. Υπήρξε όμως και ένα πλήθος πρωταγωνιστών των δραματικών γεγονότων ­ κυρίως εκτός του φοιτητικού χώρου ­ που συνειδητά έμειναν στην αφάνεια, που δεν επεδίωξαν να καταγραφούν σε καμιά λίστα «ηρώων του Πολυτεχνείου». Αποφεύγοντας την αποπληρωμή της δημοσιότητας και την απαίτηση «αναγνώρισης» της προσφοράς τους. Ανθρωποι που, όπως έδωσαν το παρών τον Νοέμβριο του 1973 το Πολυτεχνείο, έτσι διακριτικά αποχώρησαν. Για πάντα! Εχοντας μόνο την αίσθηση ότι έπραξαν το καθήκον τους. Γι' αυτούς, για τη δική τους δημοκρατία, για κανένα αντάλλαγμα, για καμιά ίσως καπηλεία.
Ένας από αυτούς ήταν και ο  Γιώργος Κηρύκου.Την ώρα που μπήκαν τα τανκς ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Νύχτα 17ης Νοεμβρίου 1973. Αυτός σκαρφαλωμένος στην πύλη του Πολυτεχνείου ανεμίζει την ελληνική σημαία και φωνάζει, {όχι αδέρφια, δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό}.Η μικρότερη αδερφή του Όλγα μας περιγράφει: Παλικαράκι 18 ετών, με ένα σακίδιο στον ώμο και με λιγοστά χρήματα, έφυγε από το νησί για να κυνηγήσει το όνειρο στην μεγαλούπολη. Οικοδομή, ελαιοχρωματιστής ήταν μερικές από τις δουλειές που έκανε εκείνο τον καιρό. Το όνειρο του όμως και η μεγάλη του αγάπη ήταν η κιθάρα. Του άρεσε να φτιάχνει στιχάκια καινά τραγουδάει για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για το άγνωστο αύριο που ξημερώνει. Ο αρραβώνας του με μια φοιτήτρια, τη Μαρία, που έχασε μέσα στη δίνη των γεγονότων, τον έφεραν στα 19 του χρόνια στο Πολυτεχνείο. Δεν του άρεσε να μιλάει για το Πολυτεχνείο γιατί θεωρούσε ότι δεν είχε κάνει κάτι σημαντικό», αναφέρει η 43χρονη, σήμερα, αδερφή του Όλγα και συνεχίζει: «Την ώρα που μπήκαν μέσα τα τανκς αυτός ήταν κρεμασμένος πάνω στην κολόνα και κρατούσε την ελληνική σημαία. Αρχιζε να τρέχει μαζί με άλλους και, όπως μου είχε πει, κρύφτηκε σ’ έναν φωταγωγό. Τον έπιασαν όμως και φυλακίστηκε για ένα μήνα στο Χαϊδάρι. Οι βασανιστές του τον χτυπούσαν ανελέητα, τα ρούχα
του ήταν ποτισμένα από το αίμα, αλλά ο Γιώργος άντεξε. Η μητέρα μου είχε τρελαθεί, έκλαιγε και έλεγε συνεχώς, χάθηκε το παιδί μου». «Οι μέρες περνούσαν και οι ελπίδες εξανεμιζόντουσαν, ώσπου ένα γράμμα της Μαρίας έφερε ξανά στο σπίτι μας τη χαρά. Ο Γιώργος ήταν ζωντανός. Μέσω ενός φαντάρου ο αδερφός μου κατάφερε να επικοινωνήσει με την αγαπημένη του και λίγες μέρες μετά να αποφυλακιστεί», θυμάται η Όλγα. Πέρασε αρκετός καιρός  μέχρι να συνέλθει από τον ξυλοδαρμό και το σοκ που είχε υποστεί ο Γιώργος. Ποτέ όμως δεν θέλησε να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε για την ιστορία του Πολυτεχνείου. Λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Βραζιλία. Γύρισε όμως γρήγορα, αφού ήταν παράνομος και δεν είχε κανένα χαρτί μαζί του. Έμεινε για λίγο στην Αθήνα και ύστερα έφυγε για την Αμερική, όπου γνώρισε μια κοπέλα από το Κολοράντο, παντρεύτηκε απέκτησε κι έναν γιο και έμεινε εκεί δέκα χρόνια. Έπαιζε κιθάρα σε μαγαζιά της Αστόριας. «Εκανε αυτό που αγαπούσε. Χώρισε όμως με τη γυναίκα του και το ’87 επέστρεψε στην Ικαρία και έμεινε μαζί με την μητέρα του, όπου έφτιαξε ξανά τη ζωή του κι έκανε έναν δεύτερο γάμο με τη Φανή». Στο νησί παρέδιδε μαθήματα κιθάρας, παίρνοντας ελάχιστα χρήματα. Το παρατσούκλι του ήταν «Αλμπάνο και οι μικροί μαθητές του κι όλο το χωριό έτσι τον αποκαλούσαν. Όλα πια στη ζωή του Γιώργου κυλούσαν ομαλά, ώσπου…. Το καλοκαίρι του 1993 θα γραφόταν ο τραγικός επίλογος. Όταν άκουσε ότι στην περιοχή Παναγιά είχε ξεσπάσει φωτιά και είχαν παγιδευτεί 4 γέροντες έτρεξαν με τους φίλους του, τον Δημήτρη Τσαγανό και τον Ηλία Φυσίδα, να τους σώσουν. Τους μετέφεραν σε άλλο μέρος, πιστεύοντας ότι ήταν ασφαλείς. Ο αέρας όμως γύρισε και η φωτιά ήρθε επάνω τους. Εγκλωβίστηκαν και κάηκαν όλοι





Πηγές:

Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Μαρία Σαράντενα, ένας λαϊκός θρύλος και η πρώτη οικολόγος

{Δέντρα φυτεύετε και κάντε πιάσματα στα βρόχινα νερά. Η θάλασσα δεν θέλει πότισμα} Αυτά διακήρυττε η Μαρία πριν ενάμισυ περίπου αιώνα, που είναι και το ευαγγέλιο της σύγχρονης οικολογίας. Η Μαρία στάθηκε άτυχη στη ζωή της. Καταγόταν από τις Ράχες, από την οικογένεια Παροίκου. Γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, παντρεύτηκε το Σαράντο Βατούγιο από το Μάραθο και απέκτησαν μια κόρη. Έζησαν ευτυχισμένα χρόνια εώς ότου η δυστυχία χτύπησε την πόρτα τους. Έχασε και σύζυγο και παιδί. Στο μυαλό της Μαρίας απλώθηκε σκοτάδι, παραλόγιασε και πήρε τα όρη και τα βουνά. Κοιμόταν όπου την έπιανε η νύχτα. Παρά τις λαϊκές δοξασίες εκείνης της εποχής για καλομοίρες, φαντάσματα και στοιχειά, εκείνη τα αψηφούσε. Γιατί να φοβάται, αφού η ίδια ήταν ένα στοιχειό. Ένα πνεύμα αγαθοποιό, που το συναντούσαν οι άνθρωποι τις νύχτες μέσα στα δάση και δεν το φοβόντουσαν. Έλεγαν μόνο : Η Μαρία, η αλαφροΐσκιωτη, που ο πόνος της για το χαμό των αγαπημένων της προσώπων έγινε αγάπη για τη μάνα φύση, που την προστάτευε τις νύχτες και την παρηγορούσε, κοιμίζοντάς την στην αγκαλιά της. Το βράδυ τη νανούριζαν τα αηδόνια και το πρωί την ξυπνούσαν οι πέρδικες. Τότε θέλησε να ανταποδόσει την αγάπη της προς τη μάνα φύση και αποφάσισε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων για την αναδάσωση και την προστασία της φύσης. Μ΄ένα σακούλι στον ώμο γεμάτο σπόρους και φυτά γύριζε τη Νικαριά, φύτευε και παράγγελνε: {Δέντρα φυτεύετε και κάντε πιάσματα στα βρόχινα νερά. Η θάλασσα δεν θέλει πότισμα}. Το φωτεινό παράδειγμα της Μαρίας Σαράντενας έμεινε γνωστή στη λαϊκή παράδοση αλλά δυστυχώς δεν ωφέλησε τους Καριώτες που επιδίδονται με μανίας στην καταστροφή της ικαριακής χλωρίδας και πανίδας. Οι μεν αμολάνε τα κατσίκια τους σε δυσανάλογο αριθμό απ΄όσα μπορεί να θρέψει η ικαριακή φύση και οι δε λαθροθήρες σκοτώνουν τις πέρδικες στις κοιτάστρες και τα νερά. Η Πανικαριακή αδελφότητα τίμησε την πρώτη οικολόγο της Νικαριάς, με μια ανάγλυφη πλάκα που τοποθέτησε στην πλατεία του χωριού Μάραθο με την ευχή τα σοφά της λόγια να περάσουν στη συνείδηση των ανθρώπων


{απόσπασμα κειμένου από Μορφές της Ικαρίας και της Παράδοσης του Φίλιππα Μαυρογιώργη}

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Γιώργης Παριάρος ο καρβουνιάρης

Ζούσε κάποτε στη Νικαριά ένας παράξενος άνθρωπος, ο Γιώργης Παριάρος, ονειροπόλος και αλαφροϊσκιωτος. Φτωχός αγρότης, μεροκαματιάρης, εργάτης ακούραστος, που δούλευε για τρεις και χωρίς την επίβλεψη του αφεντικού. Γεννήθηκε στην Αγία Κυριακή του Ευδήλου και πέθανε το 1972 σε ηλικία 85 ετών περίπου. Ήταν θεοφοβούμενος, αλλά πίστευε και στα φαντάσματα, τις καλομοίρες και τις νεράιδες, κάτι που μας έρχετε από την αρχαία Ελλάδα κι επιβιώνει ακόμα στη Νικαριά. Γι΄αυτό φοβόταν το βράδυ να περάσει από ρεματιά, μην του πάρουν τη φωνή ή το μυαλό οι νεράιδες που χόρευαν γυμνές στα ρέματα και ξελόγιαζαν τους άντρες.
Ο Γιώργης ήταν ένας εύπιστος, μωροπίστευτος άνθρωπος, όπως τους λένε στη Νικαριά. Μπορούσε να τον γελάσει κι ένα μικρό παιδί. Αυτή ήταν και η αιτία της δυστυχίας του γιατί οι πονηροί κεχαγιάδες τον έκλεβαν στο ζύγι ή τον μεθούσαν και τον έβαζαν κι υπέγραφε ότι τον ξόφλησαν. Κι εκείνος αδύναμος ν΄αντιπαλέψει τη μοίρα του, για τις αιτίες που προαναφέραμε τους καταριόταν έμμετρα: {Ο Δημητρός ο Μπάλας, ο γαϊδαροκεφάλας, που να τον κάνει ο Θεός σαν τ΄αρμυρό το άλας}. 
Ο Γιώργης έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων του χωριού του σαν ο αντρειωμένος της δουλειάς, που έψησε τα μεγαλύτερα καμίνια, που έχτισε εκατοντάδες μέτρα τοίχους, που φύτεψε ελιές κι αμπέλια σε ξένους αφέντες και δεν πλερώθηκε τον κόπο του. 
Στη Νικαριά κι όπου εργάστηκε ο Γιώργης, άφησε το αποτύπωμα του στις πλαγιές, όπου σώζονται τα μνημεία της ξερολιθιάς, σαν πελασγικά κάστρα. Το χτίσιμο του τοίχου ήταν απλό κι άτεχνο. Κύρια μέριμνα ήταν να διατηρηθεί το κτίσμα, ν΄αντέξει στο χρόνο. Γι΄αυτό πίσω από τον τοίχο, το κοίλωμα το γέμιζαν με χαλίκι, που διευκόλυνε τη διαφυγή της βροχής, ώστε να μη χαλάσει ο τοίχος. Έτσι αυτά τα ντουβάρια άντεξαν στο χρόνο, για να διαλαλούν την επική προσπάθεια του νησιώτικου λαού μας να συγκρατήσει τη λιγοστή γη του από την αέναη έφοδο της βροχής. 
Η ζωή του καρβουνιάρη ήταν για το Γιώργη η πιο συναρπαστική και καμιά φορά η πιο επικίνδυνη της ζωής του. Μια φορά έξω από το κονάκι είχε βάλει στη φωτιά ένα μεγάλο καμίνι και εμφανίστηκαν λύκοι. Ήταν όλη του η δούλεψη και έπρεπε να την υπερασπιστεί. Οι λύκοι ούρλιαζαν πιο πέρα. Τότε ο φτωχός Γιώργης επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις κι έβγαλε εκ βαθέων μια τρομερή κραυγή που τρόμαξαν οι λύκοι και λάκισαν.
Ο Γιώργης ήταν όχι μόνο ένας φιλότιμος εργάτης, αλλά και πολύ χεροδύναμος, παλικάρι. Γι΄αυτό πολλές συντροφιές επιδιώκαν να τον πάρουν μαζί τους, όταν πήγαιναν στα κάρβουνα. Ήταν ικανός τεχνίτης να ξεχερσώνει και να μεταφέρει στον καμινότοπο τα μεγάλα κούτσουρα. Ακόμα ήταν τεχνίτης στο στοίβαγμα και στο ψήσιμο του καμινιού. Ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, που αγαπούσε τους συντρόφους του της δουλειάς. Και στο χωριό ήταν πάντα πρώτος στα μεταχεράτα. Συγκέντρωνε όλα τα προτερήματα της τάξης του και τόχε καμάρι να λένε ότι ήταν ο καλύτερος εργάτης. Ήταν άνθρωπος κοινωνικός, του άρεσαν τα γλέντια και οι κοινωνικές συναναστροφές, πάντα πρώτος στο χορό. Χόρευε όλους τους χορούς και ιδιαίτερα τον τούρκικο, που τον χόρευε μ΄ένα ποτήρι κρασί πάνω στο κεφάλι του, που δεν έπεφτε ποτέ και άλλοι που το δοκίμαζαν δεν το κατάφερναν. 
Έφτιαχνε τα βάσανά του τραγούδι, στα καθιερωμένα πρώτυπα της εποχής του, με τις ρίμες ή ρίβες όπως τις έλεγαν οι Καριώτες. Πέθανε και τάφηκε στην καριώτικη γη που τόσο πολύ αγάπησε

Ρίβα ισχυροτάτων ανέμων της Ικαρίας
Όποτε έλθει Άνοιξη σορόκος πως φυσάει
με ισχυρότατη ορμή τα δέντρα να τα σπάσει.
Κι αμυγδαλιές και τις ελιές απ΄το χώμα ξεριζώνει
και εις το Καραβόσταμον σπίτια ξεκεραμώνει.
Οι Καριώτες από το φόβο τους στα σπίτια είναι κρυμμένοι
έξω φοβούνται για να βγουν να δούνε τι συμβαίνει.
Και τα πουλιά απ΄το φόβο τους στις τρύπες είν΄κρυμμένα
που να κρυφτήκαν άραγε, δεν φαίνεται κανένα.
Ταράζει και τη θάλασσα, την ανεμοαφρίζει
και με τον κόσμο τα ΄βαλε σαν να τον φοβερίζει.
Και οι αγρότες γεωργοί σκληρόν αγώνα βάζουν
αν δούνε κι άλλη συμφορά πάλι αναστενάζουν.
Ποιόν να εκθέσουν δεν μπορούν, αν είν΄κι από Θεού
άγνωστο είναι. Να μην πάθουν τα ίδια του καιρού

{απόσπασμα κειμένου από Μορφές της Ικαρίας και της Παράδοσης του Φίλιππα Μαυρογιώργη}