Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από την Ικαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες από την Ικαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Το φάντασμα

του Μιχάλη Κοζαμάνη 
(απόσπασμα κειμένου από Ικαριακά τεύχος 28 (84) Δεκέμβρης 1987 
έκδοση Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών)
πηγή φωτογραφίας από https://www.flickr.com/photos/65989818

Νερόμυλος στον Άρη Ποταμό
Κατά την κατοχή είχα κι εγώ μια προσωπική εμπειρία για την ύπαρξη φαντάσματος! Ήταν λοιπόν η τρομερή εκείνη εποχή που η πείνα θέριζε τον κόσμο. Στην προσπάθειά μου να εξοικονομήσω κάτι φαγώσιμο για το σπίτι μου, αποφάσισα να κάνω τον μυλωνά! Πράγματι χρησιμοποιώντας ένα παλιό νερόμυλο του πάπου μου στη θέση  Ποταμός Ευδήλου (με επιφύλαξη η φωτογραφία για το αν είναι αυτός ο νερόμυλος που αναφέρει), κατάφερνα κάθε τρίτη εβδομάδα (τις άλλες δύο τις χρησιμοποιούσαν οι θείοι μου) να εξοικονομώ 7-8 οκάδες αλεύρι (ο Θεός να το έκανε αλεύρι!) που προερχότανε από το αξάη του αλέσματος σιταριού, κριθαριού, κέχρου, φακής, άφκου, αλλά και κουντουριδιών, λουμπινιών, πατατότσοφλων, μέχρι και από μύτες κεχρόξυλων!!!
Για να κάνω όμως τον μυλωνά έπρεπε να είμαι μέρα-νύχτα στο μύλο για να φροντίζω για το γέμισμα της στέρνας με νερό. Όταν ήμουνα μικρός, αλλά και μεγαλύτερος, άκουα συχνά από τον μακαρίτη πατέρα μου και τον επίσης μακαρίτη Θείο μου Γιώργη, ότι ο μύλος μας ήταν στοιχειωμένος! Π.χ. τα μεσάνυχτα μέσα στη νεκρική γαλήνη ακουγόταν ξαφνικά μια δυνατή βροντή που αντιλαλούσε στο άγριο φαράγγι που βρισκότανε ο μύλος και ευθύς αμέσως απόλυτη ησυχία, χωρίς βέβαια να έχει σύννεφα ο ουρανός! Άλλοτε πάλι και ενώ ήτανε απόλυτη νηνεμία, ξαφνικά και για λίγα δευτερόλεπτα, ερχότανε ένα τρομερό στρίμμα αέρα  που φαινότανε να λυγίζει τους κλώνους των πλατανιών και ευθύς αμέσως απόλυτη ησυχία και γαλήνη. Αυτές τις ιστορίες για το στοιχειωμένο μύλο τις είχα ακούσει πολλές φορές από τους δικούς μου και άσχετα αν τις πίστευα ή όχι, αποφάσισα να κάνω τον μυλωνά, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, γιατί βέβαια το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι πάντα μεγαλύτερο από το φόβο. Η πείνα κάστρα πολεμά...
Μια φορά λοιπόν, γύρω στα μεσάνυχτα, έπεσα ως συνήθως να κοιμηθώ με αναμμένο το τζάκι, λόγω τρομερής υγρασίας (μέσα στο μύλο έτρεχε πάντα νερό). Την πόρτα του μύλου την είχα όπως κάθε βράδυ κλειδαμπαρωμένη για ασφάλεια από τους πιθανούς κλέφτες. Λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, νοιώθω απότομα ένα βαρύ πράμα να κάθεται πάνω στα πόδια μου (το υπολόγιζα γύρω στις 7-8 οκάδες). Σε κλάσματα δευτερολέπτου ήρθαν στο νου μου οι ιστορίες για το στοιχειωμένο μύλο! Να λοιπόν η απόδειξη... Το φάντασμα ήταν καθισμένο πάνω στα πόδια μου. Μέσα στο σκοτάδι αισθανόμουν τις τρίχες του κεφαλιού μου να πετιούνται σαν τ΄αγκάθια σκαντζόχοιρου! 
Τι να κάμω; Πως ν΄αντιδράσω; Να φώναζα ήταν ανώφελο γιατί κανείς δεν θα με άκουε, αφού ο πιο κοντινός άνθρωπος ήταν δύο χιλιόμετρα μακριά (στο Κεραμέ). Οι χτύποι της καρδιάς μου από το φόβο ακουγόντουσαν κι έξω από το σώμα μου! Καταριόμουν την απόφασή μου να κάνω το μυλωνά. Όμως κάτι έπρεπε να κάμω για να βγω από την απελπιστική θέση που βρισκόμουν. Και το αποφάσισα. Δειλά - δειλά λοιπόν και τρέμοντας από το φόβο άπλωσα το χέρι μου για ν΄αγγίξω το άγνωστο εκείνο βάρος που μου πλάκωνε τα πόδια. Ή του ύψους ή του βάθους είπα. Αγγίζοντας λοιπόν το άγνωστο αυτό αντικείμενο ένοιωσα ότι ήταν μαλλιαρό! Ο τρόμος και ο φόβος μου τότε έφθασαν στο έσχατο σημείο. Δεν μπορούσα και να φύγω από το μοναδικό παράθυρο του μύλου που ήταν δίπλα μου, γιατί είχε σιδεριά. Όμως αυτό το άγγιγμα του μαλλιαρού αντικειμένου υπήρξε και η σωτηρία μου. Γιατί όμως; Γιατί αγγίζοντας το, αισθάνθηκα να με γλύφει στο χέρι. Τι είχε συμβεί λοιπόν; Απλούστατα αυτό το "στοιχειό" δεν ήταν τίποτε άλλο από το Σαμψών, τον πιστό σκύλο του θείου μου Γιώργη που τον είχα κάθε νύχτα μέσα στο μύλο για συντροφιά και για ασφάλεια σε περίπτωση ληστείας των αλεσμάτων. 
Ο Σαμψών λοιπόν νοιώθοντας να τον αγγίζω με το χέρι μου, έκανε ότι κάνουν όλοι οι σκύλοι στ΄ αφεντικά τους, δηλαδή με έγλυφε σαν δείγμα αγάπης και αφοσίωσης. Γιατί όμως ο σκύλος ανέβηκε στο κρεβάτι μου; Γιατί όπως αναφέρω πιο πάνω, ο μύλος ήταν τόσο υγρός που και ο σκύλος δεν έβρισκε στεγνό μέρος για να κοιμηθεί, παρά μοιραζόμενος μαζί μου το κρεβάτι.
Χωρίς λοιπόν να το επιδιώξει ο πιστός σκύλος με ανέβασε από το βάθρο του τρόμου και του φόβου στον έβδομο ουρανό της απολύτρωσης και με το γλύψιμο με επανέφερε στη ζωή!
Αν όμως πριν αγγίξω το σκύλο αυτός κατέβαινε από το κρεβάτι, θα ήμουν βέβαιος την άλλη μέρα (εφόσον βέβαια επιζούσα) ότι το στοιχειό του μύλου με επισκέφθηκε τα μαύρα μεσάνυχτα με άγνωστους σκοπούς κι έτσι θα είχα να προσθέσω μια ακόμη ιστορία φαντάσματος στις άλλες δύο που προϋπήρχαν για το στοιχειωμένο μύλο των Κοζαμανάτων. Μακαρίτη Σαμψών! Χωρίς να το επιδιώξεις, απόδειξες τουλάχιστο σε μένα, πόσο αληθινές είναι οι ιστορίες για τα φαντάσματα!

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2014

Η παιδεία στην Ικαρία στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

(αντιγραφή κειμένου  {Η Ικαρία μέσα από τα πρακτικά} έκδοση Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών)

Το μοναστήρι στη Λευκάδα
ήταν το πρώτο Κρυφό σχολείο 
Πεντακόσια χρόνια δουλείας και κανένας Ικαριώτης εκείνα τα χρόνια δεν έμαθε ούτε μια λέξη τούρκικα. Όπως επίσης εκείνα τα χρόνια σπάνια θα έβρισκες Ικαριώτη που να μην ξέρει να διαβάζει ή να γράφει. Και που οφείλεται αυτό. Μα φυσικά στους παπάδες και καλόγερους εκείνων των χρόνων που ήταν οι πρώτοι δάσκαλοι της Ικαρίας. Στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού, στη θέση Λευκάδα χρωστάνε οι Ικαριώτες τα γράμματά τους. Και ήταν το μοναστήρι ονομαστό. Και επειδή απαγορευόταν τότε η μάθηση ήταν το πρώτο Κρυφό Σχολειό της Ικαρίας. Ιδρυτής του ένας δυναμικός ιερομόναχος ο Νήφων, Νικόλαος Νικολαράς κατά κόσμον, μεγάλου κύρους και επιβολής από τη Χίο, στα 1775. Συνεργάτης στο Άγιον Όρος του Αθανασίου Παρίου, αξιόλογης εκκλησιαστικής και διδασκαλικής προσωπικότητας, αρχηγός του κινήματος των Κολυβάδων και αργότερα διευθυντής της περιώνυμης Σχολής της Χίου. Ο Νήφων ήταν φίλος του Μακαρίου Νοταρά, επισκόπου Κορίνθου και ύστερα Αγίου Μακαρίου, που έμεινε στο μοναστήρι τούτο, κοντά στο Νηφώνα, ένα χρόνο και τον βοήθησε στην αποπεράτωση της Μονής. Αργότερα οι μαθητές του Μπίστη, οι
Παλιό σχολείο στον
Ξυλοσύρτη
πρώτοι δασκάλοι. Η διδασκαλία αργότερα γινόταν ή σε κάποιο σπίτι του χωριού που το πρόσφεραν δωρεάν ή στο καφενείο της εκκλησίας. Τους δασκάλους τότε τους πλήρωναν οι μαθητές με ένα ψωμί το μήνα, ή 3-5 γρόσια, ή ανάλογη εργασία του μαθητή στα χωράφια του δασκάλου. Λίγο αργότερα τους δασκάλους της Ικαρίας τους πλήρωνε η εκκλησία με μισό Μετζίτ, που το μάζευαν με το δίσκο της εκκλησίας. Τους μάθαιναν να συλλαβίζουν, πράγμα δύσκολο τότε, γιατί για βιβλία είχαν το ψαλτήρι, το Ευαγγέλιο και το Ανθολόγιο. Το καθένα βιβλίο από αυτά αντιστοιχεί σε μία τάξη και σ΄έναν χρόνο. Από το 1850 αρχίζουν τα σχολεία και πληθαίνουν και το 1870 - 80 κάθε χωριό της Ικαρίας έχει το δικό του σχολείο, το Δημοτικόν, με 4 τάξεις, Φυλλάδα και Παραμύθι η πρώτη τάξη, από το 1875 οι τάξεις ήταν το Ελληνικό, Πρώτη και Δευτέρα στα χωριά: Άγιο Κήρυκο, Εύδηλο, Μεσσαριά (Στελί), Περαμεριά (Φραντάτο), Ράχες (Χριστός) και Καραβόσταμο και από το 1880 λειτουργεί το πρώτο Σχολαρχείο στον Άγιο Κήρυκο. Δάσκαλοι γίνονται όσοι τελειώνουν το Σχολαρχείο. Εκείνα τα χρόνια το κάθε χωριό κάνει το σχολικό του κτίριο με προσωπική εργασία και με εισφορές των κατοίκων κι΄έτσι δεν υπήρχε χωριό στην Ικαρία χωρίς την εκκλησία και το σχολείο του

Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

Όρος Παπουτσοκρύφτης

Παπουτσοκρύφτης
Τα παλιά τα χρόνια οι κάτοικοι του Μαγγανίτη όπως και όλων των χωριών της χώρας μας δεν είχαν παρά ένα ζευγάρι καλά παπούτσια για τις γιορτές και ένα φτηνό για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου, απ’ τις οποίες τις περισσότερες περπατούσαν ξυπόλυτοι. Όταν λοιπόν οι κάτοικοι ήθελαν να πάνε σε καμιά επίσημη δεξίωση ανέβαιναν πεζοί ως το Σταυρί και φορούσαν τα καλά τους τα παπούτσια, που τα είχαν κρύψει σε διάφορα σημεία στο δάσος. Από την πρακτική αυτή λοιπόν των κατοίκων του Μαγγανίτη, πήρε την ονομασία η παρακείμενη κορυφή, που λέγεται Παπουτσοκρύφτης

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Χοροεσπερίδα

Ικαριακά τεύχος 27 (1983)
της Αντιγόνης Ρωμύλιου 

Χοροεσπερίδα
Από μικρό κι΄από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια, αλλά κι΄από πιωμένο ελαφρώς. Δε λέω μεθυσμένο, γιατί ο Καριώτης σπάνια θα παρεκτραπεί λόγω μέθης. Το λοιπόν, βρέθηκα κι΄εγώ στον τελευταίο αποκριάτικο χορό που έδωσε η {Εργάνη Αθηνά}, Σύλλογος Κυριών του Ευδήλου και θαύμασα τον Ικαριακό κόσμο. 
Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να πούμε πως ο Ικαριώτης στις χοροεσπερίδες του πηγαίνει αποκλειστικά για να διασκεδάσει. Γι΄αυτό δεν θα τον δείτε ποτέ κουστουμαρισμένο. Το τζιν είναι ότι πρέπει για την ψυχολογία του και το ρούχο αυτό δεν το αποχωρίζεται ούτε στους χορούς του. 
Άλλη ιδιομορφία του Καριώτη είναι ότι σπεύδει βραδέως στις χοροεσπερίδες του, από τις 11:00 και μετά και απέρχεται αργά, δηλαδή πάντα μετά την ανατολή του ήλιου. Κι΄εσύ που δεν τον ξέρεις λες από μέσα σου { Ήρθε για να διασκεδάσει ή για να εκτελέσει κάποιο ιερό καθήκον, ο Μουφλούζης*}.
Και η δικαιολογία του είναι {Αν δεν πάει, τότε τι θα γίνουν αυτοί που διοργανώνουν τον χορό;} ή {ήρθαμε να συνεισφέρουμε κι΄ μεις}. Και βέβαια όλοι ξέρουμε ότι αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Είναι μια παλιά συνήθεια, γέννημα της ανάγκης. Είναι από τότε που η Νικαριά περιπλανιόταν ανά το Αιγαίο, αποκομμένη από την υπόλοιπη Ελλάδα. Ήθελε τότες να μπαλώσει καμιά νεροσωλήνα, να πιάσει τις ραξούνες* του σχολείου να μην βρέχονται τα παιδιά, να κάνει τέλοσπάντων ότι είχε ανάγκη το κάθε χωριό. Διοργάνωναν μια χοροεσπερίδα ή ένα πανηγύρι και μάζευε λεφτά. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τα περισσότερα έργα στη Νικαριά έχουν ολοκληρωθεί με αυτό τον τρόπο και με προσφορές από Καριώτες του εξωτερικού. Γιατί όπου και να βρίσκονται οι Καριώτες είναι μια γροθιά στην ανάγκη του νησιού. Μαζεύεται λοιπόν όλη η αφρόκρεμα της Νικαριάς, γεμίζει η αίθουσα από κόσμο και απολαμβάνουν το μεζέ (κυρίως μακαρονάδα) και το κρασί του. 
Σκάτζακας
Προσοχή το κρασί . Ο Καριώτης μπορεί να σου συγχωρέσει τα πάντα, να τον πεις καμπούρη, να τον πεις κουντεντέ*, να του σούρεις τα εξ΄αμάξης που λέμε, μην τολμήσεις όμως να του δώσεις κακό κρασί. Θα στο φτύσει στα μούτρα και θα φύγει. Ναι θα φύγει μόλις το δοκιμάσει, γιατί ο Καριώτης έχει μάθει το καλό κρασί κι΄όταν λέμε κρασί εννοούμε οίνον Πράμνιον που ευφραίνει καρδίαν και λύνει τις αρθρώσεις. 
Το βιολί άλλο στοιχείο του Καριώτικου χορού. Βιολί με βιολιτζή το Λευτέρη (Σκάτζακας) και μπουζούκι το Γιάννη.  Σα τραβά δοξαριά ο Λευτέρης, ο κόσμος όλος γίνεται μια χορδή που πάλλεται, δονείται και σπάει. Σαν σπάει η χορδή είναι δείγμα πως το παιδί καίει την ψυχή του με το όργανο. Παίζει με τα μάτια, με χέρια και πόδια, με όλο το κορμί. Σηκώνεται όρθιος, με το δοξάρι σαν ξίφος, βουκεντρίζει, ξεσκεπάζει το ταμπεραμέντο του Καριώτη. Όταν λοιπόν σπάει τις χορδές, ο Καριώτης πληρώνει, πληρώνει και χορεύει μέχρι πρωίας, χορεύει ασταμάτητα, αξεδίψαστα.

Ο Καριώτικος χορός χορεύεται τις περισσότερες φορές. Χορεύεται συνέχεια κι΄απ΄όλους, μικρούς - μεγάλους. Η μακριά αλυσίδα με τα κορμιά των χορευτών ποτέ δεν έχει αρκετό χώρο για να ξεδιπλωθεί εντελώς, παρόλα αυτά αφήνει πάντα τον πρώτο χορευτή για να εκτελέσει τις φιγούρες του. Όταν χορεύει ο Καριώτης ξαναγεννιέται, ξαναζώνεται τ΄άρματα. Με τις κινήσεις του αναπαριστά τον έρωτα, τα μυστήρια της φύσης, τη ζωή πάνω στο βράχο του: άλλοτε σκυφτός κι΄άλλοτε λεύτερος με κορμί σαν σαΐτα που εκτοξεύεται στα ύψη. Ακόμα κι΄ένας που δεν ξέρει τον χορό, μπαίνει χωρίς να το καταλάβει και μαθαίνει τα βήματα.
Το αποκορύφωμα όμως του κεφιού, έρχεται κατά τις πρωινές ώρες με το χορό {Πως το τρίβουν το πιπέρι}. Πως το τρίβουν το πιπέρι ρωτάνε και ξαναρωτάνε κι΄οι νέοι πιασμένοι χέρι χέρι αργοπατώντας σχηματίζουν κύκλο, σείοντας το πανοκόρμι σαν να ΄θελαν ν΄απαλλαγούν από κάποιο ζουζούνι που τους καθόταν στην πλάτη. Μέσα στον κύκλο ένας με το λουρί στο χέρι καραδοκεί. Και ξάφνου αποφασίζει να ρίξει την απάντηση: {Με το γόνατο το τρίβουν}. Κι΄εδώ είναι η αποθέωση. Όλοι πρέπει να συμμορφωθούν με τον τρόπο που ορίζει πως τρίβεται το πιπέρι. Αλίμονο σ΄όποιον κάνει ζαβολιά. Αυτός που βαστά το λουρί στο χέρι επιθεωρεί τους πεσμένους στο πάτωμα κι΄αν κρίνει πως το παράγγελμα δεν εκτελείται κατά γράμμα, σηκώνει το ζωνάρι και το κατεβάζει πάνω σε άντρα ή γυναίκα. 



Θαρρώ πως ξημέρωσε, ο Γιάννης στο φόρτε του παίζει μπουζούκι και τραγουδά, ο Λευτέρης με το βιολί τρίζει, έχει πάρει φόρα και δεν μπορεί να σταματήσει. Οι χορευτές κοιτάζονται στα μάτια και τα φώτα χάνουν την λάμψη τους στο φως της ημέρας. 

* Μουφλούζης = Γλετζές 
* Ραξούνες = τρύπα στην σκεπή
* Κουτεντές = χαζός
Οι φωτογραφίες είναι μια προσφορά της Ikariaki.gr

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Μονή Ευαγγελiσμός της Θεοτόκου

Η Μονή του Ευαγγελισμού βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ικαρίας, δυτικά του Αγ. Κηρύκου κοντά στον Ξυλοσύρτη. Ιδρυτές της ήταν δύο «Καλλυβάδες» από το Άγιο Όρος: ο ιερομόναχος Νήφων όπου καταγόταν από τα Πατρικά της Χίου και ο Άγιος Μακάριος Νοταράς, επίσκοπος Κορίνθου. Αφού έφυγαν από το «Περιβόλι της Παναγιάς» πήγαν αρχικά στη Σάμο και κατόπιν στους Λειψούς, εξαιτίας πειρατικών επιδρομών κατέφυγαν στην Ικαρία και στη Λευκάδα ανήγειραν την Μονή προς ανάμνηση του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το έτος 1775 μ.Χ. Ο Άγιος Μακάριος Νοταράς διέμεινε για μακρύ διάστημα στην μονή και ασκήτευσε σε κελί του οποίου σώζονται τα ερείπια ανατολικότερα. Γρήγορα η Μονή αναδείχθηκε υποδειγματικό κοινόβιο με 25 αδελφούς (το 1890 μ.Χ. αριθμούσε 14, το 1903 μ.Χ. είχε 20 και το 1915 μ.Χ. είχε 25). Δυστυχώς οι επιδρομές των πειρατών και η αφορία της Ικαρίας ανάγκασαν την αδελφότητα να εγκαταλείψει την μονή και να μεταφερθεί στην Σκιάθο και να αναγείρει νέο Μοναστήρι. Αργότερα τρία πνευματικά παιδιά που συνέστησε ο Νήφων, τους Αγάθωνα, Σισωή και Απόλλωνα, έχοντας μαζί τους μια συστατική επιστολή ήρθαν στο νησί και εργάστηκαν με ζήλο για την ανακαίνιση της Μονής. Η Μονή είναι τετράγωνη με 20 κελιά, τραπεζαρία, δύο ξενώνες και τους αναγκαίους βοηθητικούς χώρους. Το 1955 μ.Χ. μετατράπηκε σε γυναικεία Μονή και εγκαταστάθηκαν σ’αυτήν μοναχές. Δυστυχώς η πυρκαϊά στις  30 Ιουλίου 1993 με τους 13 νεκρούς κατέστρεψε τα περισσότερα απ' αυτά. Ο ναός είναι
Μονή Ευαγγελισμού
αφιερωμένος στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και έχει ένα ωραιότατο ξυλόγλυπτο τέμπλο και παραστάσεις σκηνών από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Οι φορητές εικόνες είναι έργα του 18ου και Ι9ου μ.Χ. αιώνα. Η βιβλιοθήκη της Μονής υπήρξε σημαντική, σήμερα όμως φυλάσσονται ελάχιστα βιβλία, αφού το 1950 μ.Χ. όταν η Μονή ερήμωσε εκ νέου με σχετικό πρωτόκολλο παραδόθηκαν προς φύλαξη 169 σπουδαία βιβλία στο Γυμνάσιο Αγίου Κηρύκου. Από τα παρεκκλήσια της Μονής σώζεται σήμερα το του Αγίου Μακαρίου, Επισκόπου Κορίνθου, στο κοιμητήριο των Πατέρων. Κάτωθεν του δαπέδου του βρίσκεται το οστεοφυλάκιο. Αξιόλογες είναι δύο ψηφιδωτές εικόνες του Αγίου Μακαρίου και του Αγίου Νηψώνος. Επίσης, 50 μ. νοτιοανατολικά σώζονται και τα ερείπια του εξομολογητηρίου όπου σ’ αυτό εξομολογούντο σ’ αυτό μόνο γυναίκες, αφού η μονή ήταν άβατη γι' αυτές. Οι δύο υδρόμυλοι, το χειροκίνητο ελαιοτριβείο και ο άρσανας (συρτικό) όπου είχαν το καΐκι και τις βάρκες οι μοναχοί είναι πλέον ερειπωμένα. Πλούσια ήταν η Μονή τόσο σε τίμια λείψανα όσο και σε ιερά σκεύη, δυστυχώς όμως ελάχιστα έχουν διασωθεί λόγο της κατά διαστήματα ερήμωσης της Μονής. Τα τελευταία χρόνια δώρησε έκταση για την ανέγερση του Εκκλησιαστικού Γηροκομείου Ικαρίας  {Η Στέγη της Παναγίας}, τη δημιουργία  βωμού  {Ικάριας φλόγας} και τέλος  τη διάνοιξη του περιφερειακού δρόμου Άγιου Κηρύκου - Ευδήλου. Η Ιερά Μονή πανηγυρίζει στις 25 Μαρτίου

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Το χωριό Βρακάδες της Ικαρίας τόπος προέλευσης της νησιώτικης Βράκας-Φυλακίου-Πετρομαχών

{απόσπασμα κειμένου από Ικαρία 17-21 Ιούλη 1980 της Πανικαριακής Αδελφότητας Αθηνών}

Είναι αυταπόδεικτο γεγονός ότι το Φυλάκι και οι Πετρομάχοι ήταν έμπνευση και δημιούργημα των κατοίκων της ορεινής Βορειοδυτικής Ικαρίας, γιατί ούτε υπήρχαν μα ούτε και διεκδίκησαν την προέλευση τους, σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.
Όσο για την γνωστή Αιγαιοπελαγίτικη νησιώτικη Βράκα που είχε την τύχη να είναι και ηρωική γιατί φορέθηκε από πολλούς ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 21 και πολλούς αγωνιστές της Ικαριακής Επανάστασης, πρέπει να θεωρηθεί σαν τόπος αρχικής της προέλευσης το ομώνυμο χωριό της βορειοδυτικής Ικαρίας Βρακάδες. Αργότερα διαδόθηκε στα γειτονικά Αιγαιοπελαγίτικα νησιά από το πλήθος των πειρατών και των διαφόρων κατακτητών που επέδραμαν κατά της Ικαρίας, αλλά και από τους ίδιους τους Ικαρίους που άρχισαν εν τω μεταξύ να μεταναστεύουν στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο. 
Η άποψη αυτή, της αρχικής κατασκευής της βράκας θεμελιώνεται από τα πιο κάτω αποδεικτικά περιστατικά:
  1. Την ονομασία του χωριού Βρακάδες Ικαρίας που ασφαλώς πήρε το όνομά
    του από τους πρώτους Βρακαδιώτες που εμφανίστηκαν εκεί
  2. Ο περιηγητής Turnefure, είναι ο πρώτος που αναφέρει για το ένδυμα αυτό, υποστηρίζει ότι η βράκα εμφανίστηκε στην Ικαρία στην αρχή του 17ου αιώνα. Στην Κρήτη μέχρι και το 1669 δεν είχε φορεθεί το ένδυμα της βράκας. Τούτο αποδείχνεται από τις τοιχογραφίες των κρητικών εκκλησιών που εμφάνιζαν τους ευγενείς με φράγκικη στολή και τους δημοτικούς με μακρύ χιτώνα. Η βράκα στην Κρήτη φορέθηκε μετά το έτος 1669, παραλλαγμένη, κοντότερη και με λίγες πτυχές
  3. Η ονομασία του χωριού Βρακάδες Ικαρίας προϋπήρχε από τις χρονολογίες που εμφανίστηκε η βράκα στα υπόλοιπα γειτονικά νησιά του Αιγαίου. Τούτο αποδείχνεται από τα παμπάλαια έγγραφα που υπάρχουν και σήμερα ακόμη στο χωριό αυτό
  4. Στις καιρικές και ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στην ορεινή Βορειοδυτική Ικαρία
  5. Στη γνώση και διατήρηση του αρχαίου Ιωνικού πολιτισμού που διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα ανέπαφος στη Βορειοδυτική Ικαρία και επέτρεψε στους κατοίκους της περιοχής αυτής να συντάξουν και να δώσουν τη σωστή ονομασία στο ένδυμα της βράκας
  6. Η καριώτικη βράκα που φορέθηκε στην ορεινή Βορειοδυτική Ικαρία μέχρι και το 1950 περίπου διατήρησε την αρχική της κατασκευή με μοναδική βελτίωση του υφάσματος που την αποτελούσε. Ήταν άκομψη πολύπτυχη και μακρύτερη από τις παραλλαγμένες βράκες που φορέθηκαν στα άλλα αιγαιοπελαγίτικα νησιά
  7. Η πλούσια λαϊκή καριώτικη παράδοση που πολλά σχετικά περιστατικά της αναφέρονται στο βιβλίο {Παλίες θεωρίες με βράκες και ζωνάρια} του Ικαρίου ιατρού συγγραφές Θεολόγου Μαλαχία, θεμελιώνει ακόμη πιο σταθερά την άποψη ότι η αιγαιοπελαγίτικη νησιώτικη βράκα πρωτοκατασκευάστηκε από τους κατοίκους της ορεινής Ικαρίας
  8. Τέλος η περισσότερο αλάθητη λαϊκή παράδοση υποστηρίζει, πως η πολύπτυχη και μακριά βράκα συμβολίζει αρχοντιά, ευγένεια και παλικαριά. Και με τα τρία αυτά προτερήματα, είναι στενά δεμένος ο λαός της Ικαρίας

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Εξόριστος στην Ικαρία

{Αντιγραφή κειμένου από Ικαριακά τεύχος 28 Δεκέμβρης 1985}  
{Αφήγηση Κώστας Καραπατάκης εξόριστος στην Ικαρία}

Κώστας Καραπατάκης
Μια μέρα του Δεκέμβρη του 1947, κοντά στα Χριστούγεννα, λίγο ύστερα από το χτύπημα της Κόνιτσας από τους αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού, έρχεται ένα καράβι με πολλούς χωροφύλακες και μια γυναίκα του Ερυθρού Σταυρού και μας λένε να μπούμε στο καράβι και να φύγουμε, γιατί το στρατόπεδο εξορίστων του Μούδρου καθώς και του Κάστρου θα διαλυόταν. Που θα πηγαίναμε δεν ξέραμε... Έτσι σαν μπήκαμε στο καράβι και ξεκινήσαμε νύχτα από το Μούδρο, φτάσαμε την άλλη μέρα στ΄ ανοιχτά κάποιου νησιού χωρίς να ξέρουμε πιο ήταν. Μόλις άνοιξε η μπουκαπόρτα του καραβιού για να κατεβούμε, ένας Σαμιώτης ο Μιχάλης σαν είδε τον Άγιο Κήρυκο φώναξε: Συναγωνιστές! Βρισκόμαστε στον Άγιο Κήρυκο Ικαρίας. Πραγματικά! Ο Μιχάλης είχε δίκιο. Τούτα τα μέρη, όλα ήταν γνωστά σ΄αυτόν. Φιλούσε το χώμα και έκλαιγε ωσάν μωρό. Εδώ κάθε χρόνο έφτιαχνε ξυλοκάρβουνα για να βγάλει το ψωμί του και το ψωμί των παιδιών του. 
Για τον Ξυλοσύρτη
Την άλλη μέρα το απόγευμα, αφού έμειναν στον Άγιο Κήρυκο οι άρρωστοι, οι ανάπηροι και οι υπερήλικες, μας πήρε ένας ανθυπασπιστής και ξεκινήσαμε για το Ξυλοσύρτη, ένα μεγάλο χωριό, εφτά χιλιόμετρα από τον Άγιο Κήρυκο. Όταν φτάσαμε στο χωριό συγκεντρωθήκαμε λίγο πιο κάτω από την κεντρική εκκλησία του χωριού τον Ταξιάρχη. Το χωριό ήταν έρημο. Λες και δεν είχε καθόλου κατοίκους. Μόλις πήρε να βασιλεύει ο ήλιος  πρώτος ο παπάς Θεοφάνης Φάκαρος, νεαρός τότε παπάς αφού μας καλωσόρισε, έδωσε το κλειδί στον υπεύθυνο της ομάδας μας και είπε: 
- Πάρτε αυτό το κλειδί και πάτε στο σπίτι μου, κοντά στο δρόμο που πάει για το Χρυσόστομο.
Εκεί έμεναν και οι άλλοι εξόριστοι. Πήρα το κλειδί και πήγαμε. Σκουπίσαμε τα δωμάτια και στρώσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον για να κοιμηθούμε. Στο δρόμο άρχισαν να βγαίνουν και οι άλλοι κάτοικοι του χωριού με τα κλειδιά στο χέρι και μας καλωσόριζαν δίνοντας μας ψωμί και ελιές. Όπως μάθαμε αργότερα, πριν μας μεταφέρουν εκεί περάσανε δύο χωροφύλακες και τους είπαν:
- Αυτοί που θα ρθουν στο χωριό σας είναι όλοι Μακεδόνες και όλοι τους φυματικοί και συφιλιδικοί. Για αυτό να μην τους δεχθείτε στα σπίτια σας ούτε και να τους κάνετε παρέα.
Περνούσαν όμως κάτι τέτοια στους Ικαριώτες!!!
Το λιμανάκι
Το λιμανάκι του Ξυλοσύρτη ήταν σε πρωτόγονη κατάσταση. Ένα μαδέρι χοντρό, τεσσάρων-πέντε μέτρων μάκρος και σαράντα πόντων πλάτος, ένωνε τη στεριά μ΄έναν βράχο στη θάλασσα και πάνω σ΄αυτό περνούσαν άνθρωποι και φορτία που μεταφέρανε οι κάτοικοι για τις ανάγκες τους. Όταν η θάλασσα φούσκωνε κι αγρίευε το κύμα, οι κάτοικοι τραβούσαν το μαδέρι στη στεριά, για να μην το παρασύρουν τα κύματα και πάλι το βάζανε, όταν το κύμα έπεφτε και γαλήνευε η θάλασσα. Το λιμανάκι αυτό πήραμε την απόφαση να το φτιάξουμε και να ενώσουμε το βράχο με τη στεριά, κατεβάζονταςκαι τοποθετώντας άλλους βράχους ανάμεσά τους για να μην μπορεί να τους παρασύρει το κύμα. Έτσι τα βαρέλια που φέρναμε στο χωριό, περνούσαν με μεγαλύτερη ευκολία. Το λιμανάκι αυτό έτσι είναι και τώρα κι έτσι είναι και η δεξαμενή που φτιάξανε άλλοι εξόριστοι στην κορφή του χωριού για να μπορούν οι κάτοικοι του χωριού να ποτίζουν τα περιβόλια τους με τα ωραία και μυρωδάτα βερίκοκα που όσο και να προσπάθησα δεν βρήκα πουθενά αλλού σαν αυτά. 
Στον Ξυλοσύρτη που οι άνθρωποι μας φέρθηκαν πολύ καλά σαν να είμασταν δικά τους παιδιά, μείναμε από το Δεκέμβρη του 1947 ως το Μάρτη του 1949. Εγώ μαζί με τον Κυριάκο Τσάνη μεταφερθήκαμε αλλού γιατί θεωρηθήκαμε υπεύθυνοι για τα επεισόδια που έγιναν τον Μάρτη του 1949 στον Ξυλοσύρτη, όταν οι χωροφύλακες ζήτησαν να τους χτίσουμε μια σκοπιά έξα από το σταθμό, για να μην κρυώνει ο σκοπός και να προστατεύεται από τους αντάρτες Ικαριώτες. Εμείς φυσικά αρνηθήκαμε και τότε κάποιος χωροφύλακας, σήκωσε το όπλο του και χτύπησε στο κεφάλι τον Μένιο Τσουλέλη, από την Αγιάσο Μυτιλήνης, που έπαθε διάσειση και τον κατεβάσαμε με ζώο στο νοσοκομείο του Αγίου Κήρυκα. Μαζί με αυτόν, πήραν και εμάς και μας παρουσίασαν στο Διοικητή Βερναδέσκη. Εκείνος για να μας τιμωρήσει μας έστειλε στην Παναγιά, λίγο πιο πάνω από τον Άγιο Κήρυκο. 
Στην Παναγιά
Στο πέρασμά μας από την Παναγιά, αφήσαμε κι εκεί τα ίχνη μας, όπως στον Ξυλοσύρτη και σε όλα τα χωριά της Ικαρίας από τα οποία περάσαμε. Εκεί στρώσαμε τον κεντρικό δρόμο του χωριού, καθώς και την πλατεία με πλάκες, που τις βγάζαμε με τους κασμάδες και τις κουβαλούσαμε στον ώμο από κάποια απόσταση έξω απ΄το χωριό. Στην Παναγιά έρχονταν και οι εξόριστοι του Κουντουμά κι έδιναν παρόν, γιατί δεν υπήρχε φρουρά στον Κουντουμά. Η απόσταση δεν ξεπερνούσε τα πέντε λεπτά της ώρας. Όταν τους εξόριστους του Κουντουμά τους πήραν για την Μακρόνησο, εμείς κουβαλήσαμε τα πράγματά τους στον Άγιο Κήρυκο. Στην Παναγιά μείναμε ως τον Ιούνιο κι είμαστε η τελευταία αποστολή για τη Μακρόνησο. Οι αποστολές για τη Μακρόνησο άρχισαν το Γενάρη και κράτησαν ως τον Ιούνιο. Εγώ ήμουν στην τελευταία αποστολή που έφυγε τον Ιούνιο του 1949. Μόλις μας ειδοποίησαν, μαζέψαμε τα πράγματα και κατεβήκαμε στον Άγιο Κήρυκο που ήταν συγκεντρωμένοι κι άλλοι εκεί. Λιμάνι τότε δεν υπήρχε, όπως σήμερα. Όλα γινόταν με τις βάρκες και με τα καϊκια. Στη βάρκα μας, όπως πηγαίναμε για το πλοίο, μας λέει ο βαρκάρης:
-Τώρα που θα μπείτε στο πλοίο να προσέχετε πολύ, γιατί είναι κάτι καθάρματα μέσα που βρίζουν και χτυπούν!
Κι αλήθεια! Έτσι γινόταν...
Ώρα καλή! Η Παναγιά μαζί σας!
Και τούτο , γιατί βλέπανε τις γυναίκες και τα παιδιά των χωριών της Ικαρίας ανεβασμένα πάνω σε ένα μεγάλο βράχο που γύρω-γύρω είχε συκιές να κουνάνε τα μαντήλια τους στον αέρα και να λένε:
-Ώρα καλή! Η Παναγιά μαζί σας!
Βλέποντας όλα αυτά ο καπετάνιος και οι ναύτες είχαν λυσσάξει με την εγκαρδιότητα που έδειχναν οι Ικαριώτες και γι΄αυτό μας βρίζανε και μας χτυπούσαν. Και σαν να μην έφτανε όλο αυτό, την ώρα που σήκωναν την άγκυρα για να φύγει το καράβι, μια μεγάλη κοτρόνα είχε σκαλώσει στα τόξα της άγκυρας και δεν μπορούσε να σηκωθεί. Έκαναν ώρα για να την ξεσκαλώσουν κι όσο βλέπανε τους Ικαριώτες να μας χαιρετούν λύσσαγαν πιο πολύ. Σε μια στιγμή, η κοτρόνα έπεσε με πάταγο στη θάλασσα και τότε ακούσαμε τον καπετάνιο να λέει:
- Τους κερατάδες: Ως και οι πέτρες της Ικαρίας τους ακολουθούν!
Δεν ήταν μόνο αυτές οι εκδηλώσεις αγάπης και συμπάθειας που μας χάρισαν οι Ικαριώτες με την χρυσή τους καρδιά. Ήταν και πολλές άλλες εκδηλώσεις ανθρωπιάς που τις εκδήλωναν με κάθε τρόπο σ΄όλα τα χωριά που έμεναν εξόριστοι. Θυμάμαι το δάσκαλο από την Παναγιά, που είχε έναν κήπο πιο κάτω από το σπίτι μας, και όποτε γύριζε για το σπίτι του άφηνε ένα μεγάλο καλάθι με ζαρζαβατικά και φρούτα από τον κήπο του και μας έκανε κρυφά νόημα να τα πάρουμε. Το ίδιο έκανε όποτε πήγαινε στο χωράφι του. Αυτοί ήταν οι Ικαριώτες από το {Κόκκινο νησί} όπως λένε τιμητικά την Ικαρία στα δίσεκτα χρόνια του διωγμού και του ξεριζώματος των εξορίστων από τα σπίτια τους.